μοιρολογί(σ)τρ(ι)α

μοιρολογί(σ)τρ(ι)α
η
1) плакальщица; 2) перен. нытик

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "μοιρολογί(σ)τρ(ι)α" в других словарях:

  • μοιρολόγι — και μοιρολόι και μυρολόγι, το (Μ μοιρολόγιον και μοιρολόγιν και μοιρολόγι και μοιριολόγι και μοιριολόγι[ν] 1. θρηνητικό, λυπητερό άσμα που τραγουδιέται κατά την παράθεση ή την κηδεία νεκρού 2. μτφ. παράπονο με θρήνο για θλιβερό γεγονός, κλάψα μσν …   Dictionary of Greek

  • Пападиамандис, Александрос — Александрос Пападиамандис греч. Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης …   Википедия

  • θρήνος — Πανάρχαιο είδος τραγουδιού, το οποίο εμφανίστηκε αρχικά ως έκφραση πόνου για τον θάνατο αγαπημένου προσώπου, ενώ αργότερα προσέλαβε γενικότερο χαρακτήρα και μετατράπηκε σε μέσο μαζικής έκφρασης της οδύνης για εθνικές συμφορές ή μεγάλες φυσικές… …   Dictionary of Greek

  • θρηνωδία — η (Α θρηνῳδία) [θρηνωδός] πένθιμο άσμα, μοιρολόγι, θρηνολογία …   Dictionary of Greek

  • θρηνωδικός — θρηνῳδικός, ή, όν (Α) [θρηνωδία] αυτός που αρμόζει στον θρήνο, στο μοιρολόγι …   Dictionary of Greek

  • θρηνώδημα — θρηνῴδημα, τὸ (Α) [θρηνωδώ] θρήνος, μοιρολόγι …   Dictionary of Greek

  • καρικός — καρικός, ή, όν (Α) 1. αυτός που ανήκει, αναφέρεται ή προέρχεται από την Καρία 2. ευτελής, αυτός που δεν έχει καμιά αξία 3. το ουδ. ως ουσ. πάπ. τὸ Καρικόν καρική συνοικία στη Μέμφιδα 4. φρ. α) «καρικὸν ἔλαιον» είδος αλοιφής (Ιπποκρ.) β) «καρικὴ… …   Dictionary of Greek

  • καταλόγι — το (Μ καταλόγιον) [καταλέγω] (και στον πληθ.) τα καταλόγια αινίγματα, παροιμίες νεοελλ. μσν. 1. δημοτικό ερωτικό τραγούδι 2. έμμετρη αφήγηση, στιχούργημα 3. μοιρολόγι 4. προφητεία …   Dictionary of Greek

  • μοίρα — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 860 μ., 41 κάτ.) στην πρώην επαρχία Πάτρας του νομού Αχαΐας. Βρίσκεται νοτιοανατολικά της Πάτρας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Πατρέων. * * * η (ΑΜ μοῑρα, Α ιων. γεν. ης) 1. τμήμα ενός συνόλου χωρισμένου σε μέρη, τεμάχιο …   Dictionary of Greek

  • μοιρολοϊστά — επίρρ. με μοιρολόγι. [ΕΤΥΜΟΛ. < μοιρολό(γ)ι, κατά το τραγουδιστά] …   Dictionary of Greek

  • μοιρολόγημα — το (Μ μοιρολόγημα[ν]) [μοιρολογώ] το μοιρολόγι, ο θρήνος, το θρηνητικό τραγούδι …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»